Πρώιμες και ενήλικες σχέσεις

Πάνω από 40 χρόνια έχουν περάσει που ο Βρετανός ψυχολόγος John Bowlby ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο «attachment» (δεσμός, πρόσδεση, προσκόλληση) και  περιέγραψε το δεσμό αυτό ως μια «ψυχολογική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων».
Ο «δεσμός»  είναι ένας όρος που αναφέρεται στην κατάσταση και την ποιότητα των δεσμών του ατόμου. Η ποιότητα της σχέσης του βρέφους με τους γονείς (φροντιστές) και κυρίως με την μητέρα στα πρώτα χρόνια της ζωής επηρεάζει το άτομο ψυχολογικά, συναισθηματικά, κοινωνικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Τα μωρά δημιουργούν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με το πρόσωπο που τα φροντίζει (συνήθως η μητέρα) γιατί με αυτόν τον τρόπο, αφενός εξασφαλίζεται η συναισθηματική σχέση με το κύριο πρόσωπο παροχής φροντίδας και αφετέρου δημιουργείται μια ασφαλής βάση για να μπορέσει το μωρό να εξερευνήσει το περιβάλλον γύρω του.  Όλοι γνωρίζουμε ότι όταν τα παιδιά αποχωρίζονται από τους γονείς αρχίζουν και κλαίνε και να φωνάζουν για να προσελκύσουν την προσοχή τους.
Όταν υπάρχει κίνδυνος το μωρό προσκολλάται στο πρόσωπο πρόσδεσής του (τη μητέρα). Όταν ο κίνδυνος παρέλθει, μπορεί το μωρό να χαλαρώσει και να παίξει, αλλά μόνον όταν είναι βέβαιο ότι η μητέρα θα είναι εκεί σε περίπτωση που τη χρειαστεί ξανά. Έτσι ή αλληλεπίδραση του παιδιού με τους γονείς – το πώς δηλαδή οι γονείς ανταποκρίνονται στις συμπεριφορές δεσμού του βρέφους, δημιουργεί προσδοκίες στο παιδί για τον εαυτό του και τους άλλους και τις διαπροσωπικές σχέσεις γενικότερα.

Η ασφάλεια ή μη που αντλεί το παιδί από τις πρώιμες προσκολλήσεις επηρεάζει καθοριστικά την ανάπτυξη εμπιστοσύνης προς το εαυτό του και τους άλλους. Η Mary Ainsworth εισάγοντας τη διαδικασία της «παράδοξης κατάστασης» (strange situation) τεκμηρίωσε πειραματικά τύπους ασφαλούς και ανασφαλούς συναισθηματικού δεσμού των παιδιών. Διέκρινε τρεις κύριους τύπους πρόσδεσης:

Την ασφαλή πρόσδεση:
  Οι γονείς είναι εναρμονισμένοι με τις ανάγκες του παιδιού και ανταποκρίνονται άμεσα.

Την αγχώδη αποφευκτική: Οι γονείς δεν ανταποκρίνονται άμεσα και συνήθως είναι επικριτικοί και αντιδρούν με θυμό ή τιμωρία όταν τα παιδιά εκφράζουν έντονα συναισθήματα.

Την αγχώδη αμφιθυμική: Οι γονείς χαρακτηρίζονται από ασταθή απαιτητικότητα. Οι μητέρες τείνουν να αγνοούν τα σήματα του μωρού για προσοχή και γενικά είναι απρόβλεπτες στην ανταπόκρισή τους.

Έρευνες δείχνουν ότι οι ασφαλείς μητέρες εναρμονίζονται με τις ανάγκες του μωρού τους, παρέχουν μια ασφαλή βάση για εξερεύνηση, τα αγκαλιάζουν, μπορούν να διαχειριστούν τη δυσφορία  και την επιθετικότητα του μωρού με τρόπο ικανοποιητικό (Byng-Hall, 1995, Bee 1995).
Οι μητέρες αυτές έχουν μια ισορροπημένη άποψη για τη δική τους παιδική ηλικία. Αντίθετα οι μητέρες των ανασφαλών παιδιών, κυρίως των αποφευκτικών, έχουν μητέρες που δυσκολεύονται στη σωματική επαφή, δεν εναρμονίζονται με τους ρυθμούς των μωρών τους και οι ίδιες ήταν απορριπτικές ως προς τη δική τους σχέση με τους γονείς τους.


Επιδράσεις της ασφαλούς και ανασφαλούς πρόσδεσης

Μια ασφαλής ή ανασφαλή πρόσδεση μπορεί να επηρεάσει το πώς βλέπει το άτομο τον εαυτό του ως παιδί αλλά και αργότερα ως ενήλικας.
Το παιδί με ασφαλή πρόσδεση βλέπει ένα φροντιστή που είναι αξιόπιστος, στοργικός και τον εαυτό του ως άτομο που αξίζει την αγάπη και την προσοχή.
Αντίθετα ένα παιδί με ανασφαλή δεσμό (αγχώδη αποφευκτική, αγχώδη αμφιθυμική) μπορεί να βλέπει τον κόσμο σαν ένα επικίνδυνο μέρος που όλοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα και θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο αγάπης και αναποτελεσματικό.

Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά με ασφαλή πρόσδεση δείχνουν περισσότερα θετικά συναισθήματα στο παιχνίδι στο νηπιαγωγείο και στο σχολείο και έχουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Αντίθετα τα αποφευκτικά παιδιά είναι πιο απόμακρα ή εχθρικά με τους συνομηλίκους τους και τα αμφιθυμικά τείνουν να είναι «αδέξια», πιο εξαρτώμενα από τη δασκάλα και λιγότερο ικανά να κάνουν ελεύθερο παιχνίδι μόνα τους ή με συνομηλίκους.

Σχέσεις στην ενήλικη ζωή

Η τάση να δημιουργούμε συναισθηματικούς δεσμούς με ένα άλλο άτομο είναι φαινόμενο ανθρώπινο και παγκόσμιο. Όταν προσπαθούμε να νοηματοδοτήσουμε τις σχέσεις μας, είναι βοηθητικό να καταλαβαίνουμε με ποιον τρόπο οι άνθρωποι δημιουργούμε ερωτικούς δεσμούς μεταξύ μας. Γενικά τείνουμε να δημιουργούμε ερωτικούς δεσμούς με βάση τον τρόπο φροντίδας που πήραμε ως παιδιά.hands_touching

Έρευνες δείχνουν (Bartholomew and Horowitz, 1991; Collins and Read 1990; Feeney , J., and Noller, 1990; Hazan and Shaver 1987; Simpson 1990) ότι ο ασφαλής τύπος ενήλικα έχει αυτοπεποίθηση, καλές διαπροσωπικές σχέσεις, αισιόδοξη στάση, πλησιάζει εύκολα τους ανθρώπους, δεν φοβάται την απόρριψη ή τη στενή σχέση και έχει ένα θετικό μοντέλο εαυτού και για τους άλλους. Επιθυμεί σχέσεις συντροφικότητας, εμπιστοσύνης και φροντίδας διατηρώντας το εγγύτητα-ανεξαρτησία. Συνήθως δημιουργεί μακροχρόνιες-σταθερές σχέσεις και δεσμεύεται στις σχέσεις του. Επίσης έχει λιγότερη τάση για θυμό, και δεν φοβάται την αποτυχία στη δουλειά.

Ο αμφιθυμικός τύπος ενήλικα εκδηλώνει ανησυχία για την ειλικρίνεια των άλλων και πιστεύει ότι οι άλλοι διστάζουν να τον πλησιάσουν. Συχνά παρουσιάζει την ανάγκη ελέγχου στις σχέσεις, γιατί φοβάται την εγκατάλειψη και αναρωτιέται για τη δέσμευση του συντρόφου του (Hazan & Shaver). Δίνει έμφαση στα αρνητικά συναισθήματα, στις συναισθηματικές υπερβολές, τη ζήλια και επιζητά την αποδοχή για απόκτηση αισθήματος ασφάλειας. Υπάρχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, δεν εμπιστεύεται εύκολα, δύσκολα παρηγορείται και ανησυχεί μήπως οι άλλοι τον παρεξηγήσουν και δεν τον εκτιμούν. Επιθυμεί πάρα πολύ τη δέσμευση στη σχέση, αλλά γίνεται κυριαρχικός/η (Rholes, Simpson & Stevens, 1998). Πολλές φορές κάνει υπερβολικά πράγματα μέσα στη σχέση για να εξασφαλίσει τη φροντίδα και την υποστήριξη του/ της συντρόφου γιατί από παιδί έχει μάθει ότι μόνον αν προσπαθήσει πολύ ο γονιός θα ανταποκριθεί. Ο αμφιθυμικός τύπος παρουσιάζει αρνητικό μοντέλο εαυτού και θετικό για τους άλλους.

Ο αγχώδης αποφευκτικός τύπος είναι επιφυλακτικός στο να εμπιστευτεί, αποφεύγοντας τις στενές σχέσεις γιατί τον αγχώνουν. Ως παιδί  έχει μάθει να μπλοκάρει τα δυσάρεστα συναισθήματα ώστε να μην πηγαίνει στο γονιό για παρηγοριά. Συχνά καταπιέζει τα συναισθήματά του, δεν ανοίγεται εύκολα και αποφεύγει την κοινωνική επαφή. Δείχνει αποστασιοποιημένος, μοιάζει ανεξάρτητος, και  δεν παρέχει αλλά ούτε δέχεται υποστήριξη. Οι σχέσεις του διακατέχονται περισσότερο από αρνητικά παρά από θετικά συναισθήματα αλλά αυτά προέρχονται από τη δυσκολία που έχει με την εγγύτητα και όχι από εμμονή με τον/την σύντροφο.

Είναι γεγονός ότι οι εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις μεταγενέστερες ερωτικές μας σχέσεις. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι τις καθορίζουν. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες όπως πολιτισμικά φαινόμενα, το ευρύτερο φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον, σημαντικά γεγονότα της ζωής μας που συμβάλλουν και συνθέτουν το δικό μας ατομικό και μοναδικό πίνακα ζωγραφικής.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...